Ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Κισάμου καὶ Σελίνου κυροῦ Εἰρηναίου (Γαλανάκη) στὰ ἐγκαίνια τῆς Καλλιτεχνικῆς Ἐκθέσεως καὶ Διεθνοῦς Συνεδρίου Τέχνης καὶ Λόγου τῆς ΟΑΚ «Πρόσωπο πρὸς Πρόσωπο», στὶς 15 Αὐγούστου 1989

Ἡ Ἔκθεση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀκαδημίας Κρήτης «Πρόσωπο πρὸς Πρόσωπο» ἔχει πολὺ σχέση μὲ τὴ σημερινὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Παναγίας. Γιατὶ ἡ Θεοτόκος Παναγία εἶναι τὸ κατεξοχὴν πρόσωπο, ποὺ ὕστερα ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος προβάλλεται καὶ τιμᾶται στὴ χριστιανική, καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ παράδοση.

Ἁγνὴ Παρθένα, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων, Δέσποινα τοῦ κόσμου Κεχαριτωμένη, τιμιωτέρα καὶ ἐνδοξοτέρα, εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ ἐγκόσμια μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ὀρθόδοξος τέχνη: ποίηση, ζωγραφική, Μουσικὴ καὶ ἀρχιτεκτονικὴ κοσμοῦν τὸ ἱερὸ καὶ Πανάγιο πρόσωπο τῆς Παναγίας.

Ποιό εἶναι τὸ Μυστικό, ποῦ κάνει τὸ μεγαλεῖο τῆς Μαρίας; Ἡ συνάντηση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, στὸν Ἐνσαρκωμένο λόγο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τὸ θέμα τῆς Ἐκθέσεως μὲ τοὺς ὡραίους πίνακες Καλλιτεχνῶν ἀπὸ διάφορες χῶρες τοῦ κόσμου, εἶναι παρμένο ὡς γνωστό, ἀπὸ ἕνα μοναχὸ τῆς Ἀνατολῆς, τὸν Μακάριο ποὺ συναντᾶ στὸν δρόμο του ἕνα κρανίο κάποιου ἱερέα τῆς εἰδωλολατρίας καὶ μιλώντας μαζί του μαθαίνει πὼς στὴ Κόλαση οἱ ἄνθρωποι εἶναι δεμένοι πλάτη μὲ πλάτη, δὲν βλέπουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ αὐτὸ κάνει τὸ μαρτύριό των.

Ἐπιφανειακὰ ἡ διήγηση ἀναζητᾷ τὸ πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου μας, ἑρμηνεύοντάς την ὅμως βαθύτερα ἡ διήγηση αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς χαμένης, τῆς ἀλλοτριωμένης προσωπικότητας τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Διότι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ συναντήσει τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου μόνον ὅταν καὶ ὁ ἴδιος ἔχει πρόσωπο.

Ἀλλὰ ἡ προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου καθίσταται δυνατὴ μόνο μὲ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μόνο στὴ συνάντησή του μὲ τὸν Θεό.

Ὅλοι γνωρίζομε σήμερο πὼς τὸ μεγάλο πρόβλημα, τὸ μέγα ζητούμενο στὴν ἐποχή μας, εἶναι ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα.

Κοινὴ εἶναι ἡ διαπίστωση πὼς ὁ νεώτερος κόσμος ἰδιαίτερα ὁ εὐρωπαϊκὸς κόσμος μετὰ τὴν Ἀναγέννηση κηρύσσοντας τὴν αὐτονομία τοῦ ἀνθρώπου, ἀνακηρύσσοντας δηλαδὴ τὴ λογική του σὰν τὸ ὕψιστο καὶ μοναδικὸ κριτήριο τοῦ Καλοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ (μέτρον πάντων χρημάτων ἄνθρωπος), τὸν ἀπόκοψε ἀπὸ τὶς μεγάλες θρησκευτικὲς καὶ ἠθικὲς φλέβες του. Ἀκρωτηρίασε δηλαδὴ τὴν προσωπικότητά του καὶ τὴν ἔκανε λειψή, καὶ ἐπικίνδυνη.

Πλῆθος μεγάλων Εὐρωπαίων διανοούμενων ἐκφράζουν αὐτὴ τὴ διαπίστωση. Ἀναφέρω τὴ μαρτυρία τοῦ Γάλλου Περσοναλιστῆ Μονιὲ (1947). Παντοῦ βλέπουμε νὰ σηκώνεται μία ὀργὴ ἐναντίον τῆς ἔννοιας τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ θέατρο καὶ τὸ Μυθιστόρημα σιγὰ σιγὰ ξέσχισαν τὴν ἔννοιά του. Ἡ ζωγραφικὴ καὶ ἡ Γλυπτικὴ μὲ τὴ σειρά των ξεσποῦν ἄγρια ἐναντίον τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.

Ὁ ἕνας κτυπᾶ τὸ λογικὸ καὶ προβάλλει τὸ παράλογο. Ὁ ἄλλος σκορπίζει τὰ συναισθήματα σὲ ἀτελείωτες ἀνακλάσεις. Ὁ τρίτος μιλεῖ μόνο γιὰ τὴ «ράτσα», ὁ τέταρτος μόνο γιὰ τὴν πάλη τῶν τάξεων. Καὶ φιλόσοφοι συμπεραίνουν: Δὲν ὑπάρχει  οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα κινητὸ μηδενικό, ποὺ φτιάχνει τὸν κόσμο τρέχοντας πίσω ἀπὸ ψευδαισθήσεις.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μηδενικό. Τρομερὴ ἡ διαπίστωση καὶ ἀπαισιόδοξη.

Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος γίνεται μηδενικό, κάθε συνάντηση μὲ τὸν συνάνθρωπό του θὰ εἶναι ἐπίσης μηδενική.

Βασικὸ πρόβλημα λοιπὸν τοῦ σημερινοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, ἡ ἐπανασύνδεση δηλαδή καὶ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Εὐρωπαϊκὸ – Δυτικὸ ἀνθρωπισμό, ποὺ τὸ ἰδεῶδες του εἶναι ὁ Αὐτόνομος ἄνθρωπος, ὁ «ὑπεράνθρωπος», ὁ Χριστιανισμὸς τῆς Ἀνατολῆς, προβάλλει τὸ πρότυπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Καὶ μόνο ἕνας ἀνθρωπισμὸς στηριγμένος στὴν θεανθρώπινη προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσει καὶ νὰ δημιουργήσει νέους κοινωνικοὺς θεσμοὺς (πολίτευμα, Παιδεία, Νομοθεσία, οἰκονομικὰ συστήματα κ.λπ.), μέσα στοὺς ὁποίους ὁ ἄνθρωπος θὰ χαίρεται τὴν προσωπικότητά του καὶ δὲ θὰ τὴ διακινδυνεύσει.

Μιλώντας ἀπόψε σ’ αὐτὴ τὴν ἐκδήλωση ἔκθεση: Πρόσωπο πρὸς Πρόσωπο, θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω τοὺς Καλλιτέχνες (Ἕλληνες – Εὐρωπαίους – Ἀσιάτες) ποὺ μὲ τοὺς πίνακές των ἀγγίζουν ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα Πνευματικὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας, (τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου).

Γιὰ σᾶς τοὺς Ἕλληνες Καλλιτέχνες θὰ ἤθελα νὰ πῶ τὴ σκέψη ποὺ ἐνέπνευσε τὴ δημιουργία αὐτοῦ τοῦ Ἱδρύματος, ποὺ φιλοξενεῖσθε καὶ σεῖς καὶ τὰ ἔργα σας. Καὶ ἡ ἰδέα καὶ ἔμπνευση αὐτὴ πρὸ 30 τόσων ἐτῶν ἦταν νὰ βοηθήσωμε τὴ Νεοελληνικὴ Διανόηση, τοὺς ἐπιστήμονες, τοὺς Καλλιτέχνες, τοὺς λογίους καὶ πολιτικοὺς νὰ δοῦν βαθύτερα τὸ δράμα αὐτὸ τοῦ ἀνθρώπου – μηδενικοῦ της ἐποχῆς μας.

Νὰ μιλήσωμε, νὰ συζητήσωμε, νὰ συζεύξωμε τὴ σύγχρονη σκέψη μὲ τὶς αἰώνιες ἠθικὲς ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ νὰ προσφέρομεν στὸν Ἑλληνικό μας Λαὸ μία ὁλοκληρωμένη καὶ ἀληθινὴ Παιδεία. Ἕναν ὁλοκληρωμένο ἀνθρωπισμό.

Δὲν γνωρίζω πόσο πετύχαμε ὡς σήμερο τὸν στόχο αὐτό. Οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ἕνας λαὸς ποὺ ὅλο ζητοῦμε νέα πράγματα – ὅλο μιλοῦμε γιὰ πρόοδο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπαναλάβω τοῦ Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ «οὐδὲν καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον εἰμὴ Ἰησοῦ Χριστὸς» Ἡ «Καινὴ Κτίσις» ποὺ ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπο, τὸν κόσμο.

Γιὰ τοὺς φίλους Εὐρωπαίους Καλλιτέχνες καὶ ἄλλους θὰ ἤθελα νὰ κάμω μία ἐξομολόγηση:

Θὰ μποροῦσα νὰ ὀνομάσω τὸν ἑαυτό μου (καίτοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ) θιασώτη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πνεύματος.

Στὴ δεκαετία 1930-1940 σὰν νέος διάβασα καὶ γοητεύτηκα ἀπὸ μεγάλους Εὐρωπαίους Διανοητές.

Τὸν Δάντη, τὸν Γκαῖτε, τὸν Σαίξπηρ, τὸν Ἴψεν, τὸν Μπέργκμαν, τὸν Κάντ, τὸν Ἕγκελς, τὸν Νίτσε.

Ἀλλὰ ἔζησα τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μ’ ὅλες τὶς ἀγριότητες καὶ ἀπανθρωπισμούς. Τότε σκέφτηκα τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ὁδήγησε τὸν εὐρωπαϊκὸ ἀνθρωπισμὸ στὸν ἀπανθρωπισμὸ τοῦ Πολέμου καὶ στὴν κατάπτωση τῆς γηραιᾶς ἠπείρου τῆς Εὐρώπης (τότε ἔγινε ἡ χειροτονία μου σὲ Ἱερέα τὸ 1946).

Κι ὅταν ἀργότερα μὲ τὴν παραμονή μου στὴ Γερμανία (1970-1980) μίλησα μὲ πολλοὺς Εὐρωπαίους ἔφτασα στὸ συμπέρασμα: Τὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης, (τὸ μέλλον τοῦ κόσμου). Ἡ ἑνότητα τῆς Εὐρώπης –τὸ Κοινὸ Εὐρωπαϊκὸ σπίτι– ποὺ γράφει πολιτικὸς ἡγέτης τῆς Ἀνατολῆς χρειάζεται μία νέα Ἀναγέννηση, ποὺ θὰ γίνει κι αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ μία βαθύτερη σύζευξη τῆς σύγχρονης σκέψης καὶ τῆς χριστιανικῆς πίστης.

Εὐχαριστώντας καὶ πάλι τοὺς Καλλιτέχνες ποὺ δώσατε τὰ ἔργα σας στὴν Ἀκαδημία τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης σὰν δῶρο, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς κάνω μία νέα πρόταση. Νὰ φτιάξετε ἀκόμη ἕνα πίνακα ποὺ δὲ θὰ παριστάνει πιὰ δεμένους (πλάτη μὲ πλάτη ἀνθρώπους) ἀλλὰ θὰ παριστάνει τὴν πρωτόπλαστη δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν Ἀδάμ, τὴν Εὔα καὶ τὸν Θεὸ ποὺ τοὺς πλάθει. Δύο ἄνθρωποι μαζὶ χωρὶς τὸν Θεὸ εἴτε θὰ δένονται, εἴτε θὰ δέρνονται. Ἀλλὰ ὅταν εἶναι κι ὁ Θεὸς κοντά των θὰ εἰρηνεύουν καὶ θὰ συνεργάζονται, θὰ γίνονται θεάνθρωποι σὰν τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ποὺ γέννησε ἡ Θεοτόκος Μαρία.